- Αλεξάνδρα Καππάτου Ψυχολόγος – Παιδοψυχολόγος - https://akappatou.gr -

Αυξημένος κίνδυνος νεφροπάθειας από τα φάρμακα για τις καούρες;

Οι ασθενείς που παίρνουν συστηματικά μία γνωστή ομάδα φαρμάκων για την γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση μπορεί να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εκδηλώσεως χρόνιας νεφροπάθειας, σύμφωνα με μία νέα μελέτη.

Ο κίνδυνος αυτός είναι σπάνιος και η μελέτη επ’ ουδενί λόγω αποδεικνύει ότι τα φάρμακα είναι η αιτία της νεφροπάθειας, διευκρινίζουν οι ερευνητές.

Εν τούτοις τα συγκεκριμένα φάρμακα έχουν συσχετισθεί και σε προγενέστερες μελέτες με την συγκεκριμένη ανεπιθύμητη ενέργεια και, δεδομένου του μεγάλου αριθμού των ασθενών που τα λαμβάνουν, ο αριθμός όσων ενδέχεται να νοσήσουν είναι αρκετά μεγάλος.

Τα περί ου ο λόγος φάρμακα είναι οι αναστολείς της αντλίας πρωτονίων (PPIs) και συμπεριλαμβάνουν τις δραστικές ουσίες ομεπραζόλη, εσομεπραζόλη, λανσοπραζόλη, παντοπραζόλη και ραμπεπραζόλη.

Τα φάρμακα αυτά είναι από τα ευρύτερα λαμβανόμενα στις ΗΠΑ και σε άλλες χώρες της Δύσης, αλλά σε ποσοστό 25% έως και 70% των περιπτώσεων λαμβάνονται δίχως να είναι απαραίτητο, τονίζουν οι ερευνητές.

«Υπάρχουν αυξανόμενες ενδείξεις ότι οι αναστολείς αυτοί, που παραδοσιακά θεωρούνται εξαιρετικά ασφαλείς, έχουν ορισμένες ανεπιθύμητες ενέργειες που μερικές φορές είναι σοβαρές», δήλωσε η επικεφαλής ερευνήτρια δρ Μόργκαν Γκραμς, επίκουρη καθηγήτρια Κλινικής Επιδημιολογίας στην Σχολή Δημοσίας Υγείας Bloomberg του Πανεπιστημίου Τζωνς Χόπκινς, στη Βαλτιμόρη.

«Δεδομένης της εκτεταμένης χρήσης τους, ακόμα και οι σχετικά σπάνιες ανεπιθύμητες ενέργειες ενδέχεται να προσβάλλουν μεγάλο αριθμό ανθρώπων, γι’ αυτό και θα ήταν συνετό να γίνεται ορθολογική χρήση αυτών των φαρμάκων».

Οι αναστολείς της αντλίας πρωτονίων (PPIs) εμποδίζουν τα κύτταρα του τοιχώματος του στομάχου να παράγουν μεγάλες ποσότητες γαστρικού οξέος. Με αυτό τον τρόπο εμποδίζουν τη δημιουργία πεπτικού έλκους και ελαττώνουν τις καούρες.

Αν και οι επιστήμονες δεν είναι σίγουροι για τον μηχανισμό με τον οποίο μπορεί να επηρεάσουν τους νεφρούς, προγενέστερες μελέτες έχουν συσχετίσει τα φάρμακα αυτά με μία μορφή φλεγμονής στο νεφρό που είναι γνωστή ως διάμεση νεφρίτιδα.

Στη νέα μελέτη, η οποία δημοσιεύεται στην επιθεώρηση «JAMA Internal Medicine», οι ερευνητές ανέλυσαν στοιχεία από δύο μεγάλες βάσεις δεδομένων για να εξετάσουν την τυχόν συσχέτιση μεταξύ της χρήσης των PPIs και της νεφροπάθειας στον γενικό πληθυσμό.

Η πρώτη βάση περιείχε στοιχεία μιας 14ετίας από 10.482 εθελοντές και η δεύτερη στοιχεία μίας εξαετίας από 248.751 εθελοντές.

Αποτελέσματα

Η ανάλυση έδειξε πως και στις δύο βάσεις δεδομένων υπήρχε συσχέτιση της χρόνιας νεφροπάθειας με τα φάρμακα, αν και οι χρήστες των φαρμάκων είχαν περισσότερες πιθανότητες από τους μη χρήστες να είναι υπέρβαροι ή να παίρνουν φάρμακα για την υπέρταση ή για την χοληστερόλη (η υπέρταση επίσης αυξάνει τον κίνδυνο νεφροπάθειας).

Ειδικότερα, στους εθελοντές της πρώτης βάσης καταγράφηκαν 56 κρούσματα χρόνιας νεφρικής νόσου μεταξύ των 322 εθελοντών που έπαιρναν PPIs και 1.382 μεταξύ των 10.160 εθελοντών που δεν έπαιρναν τα φάρμακα.

Με άλλα λόγια, για κάθε 1.000 ανθρώπους που έπαιρναν PPIs οι 14,2 εκδήλωναν ανά έτος χρόνια νεφρική νόσο, έναντι 10,7 στους 1.000 μη χρήστες των φαρμάκων αυτών.

Σε βάθος δεκαετίας, εξάλλου, ο απόλυτος κίνδυνος χρόνιας νεφροπάθειας ήταν 11,8% για τους χρήστες των PPIs και 8,5% για τους μη χρήστες.

Στη δεύτερη βάση δεδομένων, από τους 16.900 χρήστες των φαρμάκων οι 1.921 εκδήλωσαν χρόνια νεφρική νόσο, ενώ από τους 231.851 μη χρήστες νόσησαν οι 28.226.

Με άλλα λόγια, υπήρχαν 20,1 κρούσματα χρόνιας νεφρικής νόσου ανά 1.000 λήπτες των φαρμάκων τον χρόνο και 18,3 ανά 1.000 μη λήπτες των φαρμάκων ετησίως.

Σε βάθος δεκαετίας, εξάλλου, ο απόλυτος κίνδυνος για τους λήπτες ήταν 15,6% και για τους μη λήπτες 13,9%.

Πρακτικά, τα ευρήματα αυτά υποδηλώνουν ότι η συγκεκριμένη οικογένεια φαρμάκων ίσως αυξάνει λίγο τον κίνδυνο νεφρικής νόσου, επομένως το ενδεχόμενο αυτό, παρότι είναι σπάνιο, πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν κατά την απόφαση για τη λήψη τους, λένε οι ερευνητές.

Επιπλέον, πρέπει να χορηγούνται μόνο για τις ενδείξεις για τις οποίες έχουν εγκριθεί (π.χ. πεπτικό έλκος, βαριά οισοφαγίτιδα κ.λπ.) και εφ’ όσον αποτύχουν άλλες θεραπείες. Επιπλέον, οι ασθενείς θα πρέπει να δοκιμάζουν και άλλα μέτρα για να βελτιώνουν την κατάστασή τους, όπως η προσεγμένη διατροφή, η απώλεια βάρους και τα μικρά και συχνά γεύματα.

Επιμέλεια: Ρούλα Τσουλέα
Πηγή : Web Only
Τα Νέα