- Αλεξάνδρα Καππάτου Ψυχολόγος – Παιδοψυχολόγος - https://akappatou.gr -

DNA και κληρονομικότητα καθορίζουν τις σχολικές επιδόσεις

Ισχυτότερη επίδραση απ’ αυτή του περιβάλλοντος

Μπορεί το περιβάλλον και οι κοινωνικές συνθήκες να επηρεάζουν τις σχολικές επιδόσεις των παιδιών, ωστόσο βρετανοί ερευνητές απέδειξαν ότι η επίδραση της γενετικής και της κληρονομικότητας ειναι τελικά μεγαλύτερες, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό έντυπο Proceedings of the National Academy of Sciences (PNAS).

Επιστημονική ομάδα του Ινστιτούτου Ψυχιατρικής, Ψυχολογίας και Νευροεπιστήμης του Βασιλικού Κολεγίου του Λονδίνου, με επικεφαλής την Δρ Έβα Κράπολ, διερεύνησαν κατά πόσο η σχολική επίδοση του μαθητή μπορεί να αποδοθεί στην κληρονομικότητα, μελετώντας στοιχεία για 6.653 ζευγάρια διδύμων, μαθητών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

Οι δίδυμοι ήταν τόσο μονοζυγωτικοί, όσο και διζυγωτικοί. Όπως είναι γνωστό, οι δεύτεροι είναι μόνο 50% γενετικά όμοιοι, ενώ οι πρώτοι 100%.

Οι συγκριτικές μελέτες διδύμων θεωρούνται ο καλύτερος τρόπος για να διερευνηθεί σε ποιο βαθμό τα γονίδια και το περιβάλλον επηρεάζουν κάποιο χαρακτηριστικό του ανθρώπου. Αν οι μονοζυγωτικοί δίδυμοι μοιάζουν μεταξύ τους περισσότερο σε ένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό, από ό,τι οι διζυγωτικοί, τότε οι διαφορές ανάμεσα στις δύο ομάδες αποδίδονται περισσότερο στα γονίδια παρά στο περιβάλλον.

Όλα τα ζευγάρια διδύμων της μελέτης είχαν μεγαλώσει στο ίδιο περιβάλλον, τόσο στο σπίτι, όσο και στο σχολείο. Η σύγκριση των σχολικών επιδόσεων μεταξύ των μονοζυγωτικών με τους διζυγωτικούς διδύμους επέτρεψε στους επιστήμονες να διαπιστώσουν σε ποιό βαθμό η σχολική επίδοση είναι θέμα επιρροής του περιβάλλοντος ή των γονιδίων.

Οι ερευητές ανέλυσαν τις επιδόσεις κάθε μαθητή στα διαγωνίσματα γλώσσας, μαθηματικών και άλλων μαθημάτων, έως την ηλικία των 16 ετών. Αντί να συσχετίσουν τις επιδόσεις μόνο με τη νοημοσύνη, αξιολόγησαν κάθε παιδί με βάση μια σειρά από ψυχολογικά και άλλα γνωρίσματα, όπως το επίπεδο νοημοσύνης, την υγεία, τον τύπο της προσωπικότητάς (κίνητρα, αυτοπεποίθηση, εργατικότητα κ.α.) και τυχόν προβλήματα συμπεριφοράς.

Τελικά διαπίστωσαν ότι, οι σχολικές επιδόσεις γενικά είναι κατά τα δύο τρίτα (ποσοστό 62%) θέμα κληρονομικότητας, κάτι που είχε διαπιστωθεί και από παλαιότερες μελέτες, ενώ άλλα επιμέρους χαρακτηριστικά, που επηρεάζουν την μάθηση, είναι ζήτημα γονιδίων σε ποσοστό 35% – 58%. Ο δείκτης νοημοσύνης εμφανίζει την μεγαλύτερη επιρροή από την κληρονομικότητα σε σχέση με κάθε άλλο ατομικό γνώρισμα του παιδιού.

Η Δρ Κράπολ εξηγεί ότι τα 83 ατομικά γνωρίσματα που μελέτησαν εξηγούν σε μεγάλο βαθμό (75%) το γενετικό υπόβαθρο της σχολικής επίδοσης. «Τα ευρήματά μας δείχνουν πως οι σχολικές επιδόσεις βασίζονται στην κληρονομικότητα, όπως και μια μεγάλη γκάμα επιμέρους ατομικών χαρακτηριστικών κάθε παιδιού, και όχι μόνο η νοημοσύνη, όπως συνήθως πιστεύεται», εξηγεί η ερευνήτρια.

Σπεύδει όμως να διευκρινίσει ότι, «κληρονομικότητα δεν σημαίνει ότι το κάθε τι είναι προδιαγεγραμμένο. Απλώς σημαίνει ότι τα παιδιά διαφέρουν μεταξύ τους στο κατά πόσο βρίσκουν εύκολη και ευχάριστη την μάθηση και αυτές οι διαφορές επηρεάζονται από τα γονίδια».

Με άλλα λόγια, για να τα πάει ένα παιδί καλά στο σχολείο, δεν αρκεί να έχει κληρονομίσει τα κατάλληλα γονίδια που το κάνουν ευφυές, αλλά και γονίδια σχετικά με πολλά άλλα χαρακτηριστικά, τα οποία από κοινού στη συνέχεια θα καθορίσουν τις σχολικές επιδόσεις του – σε συνάρτηση πάντα με τις επιδράσεις του περιβάλλοντος.

Σε κάθε περίπτωση όμως, «τα ευρήματα ενισχύουν την αντίληψη ότι μια πιο εξατομικευμένη προσέγγιση στην εκπαίδευση θα ήταν πιο πετυχημένη από μια προσέγγιση ίδια για όλα τα παιδιά, έτσι ώστε μέσα στην τάξη κάθε παιδί να έχει περισσότερες ευκαιρίες να εστιαστεί στις βαθύτερες κλίσεις και προτιμήσεις του», υπογραμμίζεται στα συμπεράσματα της μελέτης.

Επιμέλεια: Μαίρη Μπιμπή

health.in.gr, ΑΠΕ-ΜΠΕ