- Αλεξάνδρα Καππάτου Ψυχολόγος – Παιδοψυχολόγος - https://akappatou.gr -

Ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή. Ζώντας με τις εμμονές μας.

Από την Αλεξάνδρα Καππάτου, Ψυχολόγο – Παιδοψυχολόγο

Οι περισσότεροι άνθρωποι παρουσιάζουμε κατά περιόδους αμφιβολίες ή και ανησυχίες για διάφορα θέματα, οι οποίες όμως είναι παροδικές. Ωστόσο, κάποιοι αισθάνονται να παρενοχλούνται συστηματικά και επίμονα από πολύ αγχώδεις και τρομακτικές σκέψεις ή εικόνες (ψυχαναγκασμούς), που «πετάγονται» ξαφνικά στο μυαλό τους χωρίς να μπορούν να τις σταματήσουν ή να τις αγνοήσουν, λόγου χάριν ο φόβος μήπως κάνουν κακό σε κάποιο συγγενικό τους πρόσωπο ή μήπως εμφανίσουν κάποια ανίατη ασθένεια κ.ά.

Συχνά προσπαθούν να εξουδετερώσουν αυτές τις σκέψεις με άλλες κινήσεις ή ενέργειες (καταναγκασμοί), που τις επαναλαμβάνουν επειδή αισθάνονται κατά κάποιον τρόπο την ακατανίκητη παρόρμηση να τις κάνουν – σαν να τους εξαναγκάζει σε αυτές ένα κομμάτι του εαυτού τους (επαναλαμβανόμενο πλύσιμο χεριών ή μέτρημα κ.ά.).

Αυτή η κατάσταση ονομάζεται ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή και μπορεί να γίνει βασανιστική για το άτομο που τη βιώνει ενώ έχει αντίκτυπο και στο περιβάλλον του.

Πώς γίνεται η διάγνωση

Τα διαγνωστικά κριτήρια που θέτει το DSM-5 για την ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή είναι τα εξής:

Α. Η παρουσία ιδεοληψιών ή ψυχαναγκασμών ή και των δύο.

Οι ιδεοληψίες χαρακτηρίζονται από επαναλαμβανόμενες και επίμονες σκέψεις, παρορμήσεις ή εικόνες κ.λπ., που εκλαμβάνονται ως ανεπιθύμητες και παρείσακτες και που στα περισσότερα άτομα προκαλούν έντονο άγχος και δυσφορία.

Το άτομο προσπαθεί να αγνοήσει ή να καταπιέσει τα παραπάνω ή να τα εξουδετερώσει, επιστρατεύοντας μια άλλη σκέψη ή πράξη, φέρ’ ειπείν, εκτελώντας έναν ψυχαναγκασμό. Σκέφτεται, για παράδειγμα, επίμονα ότι κάποιος θα πεθάνει και, προκειμένου να ξορκίσει αυτήν τη σκέψη, λέει μια προσευχή τρεις φορές, πιστεύοντας ότι αυτό θα φέρει κάποιο θετικό αποτέλεσμα.

Οι ψυχαναγκασμοί χαρακτηρίζονται από:

Επαναληπτικές συμπεριφορές (π.χ. συχνό πλύσιμο χεριών, άνοιγμα και κλείσιμο διακοπτών κ.λπ.) ή νοερές πράξεις (π.χ. προσευχή, μέτρημα, σιωπηρή επανάληψη συγκεκριμένων λέξεων κ.ο.κ.). Το άτομο νιώθει αναγκασμένο να εκτελέσει τα παραπάνω σαν απάντηση στις ιδεοληψίες του ή σε κάποιους εσωτερικούς του «κανόνες» που πρέπει να εφαρμόζει ευλαβικά.

Οι συμπεριφορές ή οι νοερές πράξεις αποβλέπουν στην ανακούφιση από το άγχος ή στην αποτροπή κάποιας επικρεμάμενης απειλής. Ωστόσο, αυτές οι συμπεριφορές ή νοερές πράξεις δεν συνδέονται ρεαλιστικά με αυτό το οποίο καλούνται να εξουδετερώσουν ή να αποτρέψουν – είναι πασιφανώς υπερβολικές. Για παράδειγμα, δεν είναι δυνατό να εμποδί- σουμε να συμβεί ένα ατύχημα σε κάποιον άμα ανοιγοκλείσουμε τον διακόπτη της κουζίνας εκατό συνεχόμενες φορές.

Β. Οι ιδεοληψίες ή/και οι ψυχαναγκασμοί απαιτούν καθημερινά πολύ χρόνο από το άτομο, το οποίο μπορεί να καταναλώνει ώρες ολόκληρες για να ασχολείται μαζί τους. Μπορεί επίσης να του προκαλέσουν μεγάλη δυσφορία και να υπονομεύσουν σημαντικά τη λειτουργικότητά του σε διάφορους τομείς της ζωής του (διαπροσωπικές σχέσεις, εργασία κ.λπ.)

Γ. Τα συμπτώματα δεν πρέπει να οφείλονται στη χρήση φαρμακευτικών ή άλλων ουσιών, ούτε σε κάποιο σωματικό πρόβλημα.

Δ. Η διαταραχή δεν εξηγείται καλύτερα με βάση τα συμπτώματα άλλης ψυχικής διαταραχής.

Ε. Η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή έχει διάφορους τύπους. Έτσι, το άτομο μπορεί να αναγνωρίζει ότι οι πεποιθήσεις του είναι υπερβολικές ή μη αληθείς, είτε να πιστεύει πως πιθανότατα έχει δίκιο γι’ αυτές. Μπορεί επίσης να είναι απολύτως πεπεισμένο ότι αυτές οι πεποιθήσεις ισχύουν πέρα για πέρα. Πολλές φορές, η διαταραχή μπορεί να συνοδεύεται και από τικ.

Συνήθεις ιδεοληψίες και ψυχαναγκασμοί

# ο φόβος της μόλυνσης (δείχνουν υπερβολική ανησυχία για τα μικρόβια, τις ασθένειες κ.λπ.)

# παράλογος φόβος μήπως βλάψουν τον εαυτό τους ή τους άλλους (μήπως σκοτώσουν ένα αγαπημένο τους πρόσωπο στον ύπνο τους, μήπως προκαλέσουν αυτοκινητικό δυστύχημα κ.λπ.)

# υπερβολική έμφαση σε θρησκευτικές ή ηθικές σκέψεις

# σεξουαλικές ή βίαιες σκέψεις και εικόνες (όπως ότι θα βλάψουν κάποιον χωρίς να το θέλουν ή ότι θα κάνουν κάτι «κοινωνικά μη αποδεκτό», όπως λ.χ. ότι θα αρχίσουν να βρίζουν χυδαία ή θα προβούν σε μια ανάρμοστη ερωτική κίνηση)

# δεισιδαιμονίες ή προκαταλήψεις

# μεγάλη ανησυχία μήπως έχουν κάνει λάθος και αμφιβολία

# συχνό πλύσιμο των χεριών, συνήθως με τελετουργικό τρόπο

# παραμονή επί πολλή ώρα στην τουαλέτα

# υπερβολική ανησυχία για τις απεκκρίσεις του σώματος

# ανάγκη συμμετρίας και πλήρους στοίχισης (τα αντικείμενα στο περιβάλλον τους πρέπει να είναι τοποθετημένα με συγκεκριμένο τρόπο)

# υπερβολικός έλεγχος των πραγμάτων, προκειμένου να βεβαιωθούν ότι όλα είναι στη θέση τους, όπως κλειδαριές, ηλεκτρικές συσκευές και διακόπτες

# επανειλημμένος έλεγχος στους αγαπημένους τους, για να βεβαιωθούν ότι είναι ασφαλείς

# επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές (όπως το άσκοπο περπάτημα πέρα δώθε, μέτρημα, επανάληψη λέξεων ή συνεχής απαγγελία προσευχών με χρονοβόρο τρόπο, ώστε να αντικαταστήσουν μια κακή εικόνα με μια άλλη καλή σκέψη)

# υπερβολική και επαναλαμβανόμενη ανάγκη για διαβεβαίωση ή καθησύχαση σχετικά με ό,τι συμβαίνει ή σκέφτονται λ.χ. αν ολοκλήρωσαν σωστά μια τελετουργία.  

Τι μπορεί να την προκαλεί

Μέχρι σήμερα δεν είναι γνωστό με ακρίβεια τι προκαλεί την ΙΨΔ, ωστόσο βάσει μελετών φαίνεται ότι υπάρχει μια αλληλεπίδραση νευροβιολογικών και περιβαλλοντικών παραγόντων, αλλά και γνωσιακών διαδικασιών. Τα άτομα που έχουν ένα μέλος της άμεσης οικογένειάς τους (γονείς, αδέρφια) με ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή είναι πιο πιθανό να την εμφανίσουν και τα ίδια. Είναι όμως πιθανό η διαταραχή να εμφανιστεί και σε ανθρώπους χωρίς οικογενειακό ιστορικό, ενώ σε κάποιες, πιο σπάνιες περιπτώσεις, η διαταραχή μπορεί να εμφανιστεί μετά από κάποια βακτηριακή λοίμωξη.

Πώς μας κάνει να νιώθουμε

Η διαταραχή κάνει τη ζωή του ατόμου πολύ δύσκολη και αγχώδη. Από το πρωί αισθάνεται ότι πρέπει να εκτελέσει τις τελετουργίες του σωστά ώστε να ξεκινήσει η μέρα του. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να καθυστερεί συχνά να πάει στην εργασία του ή σε άλλες υποχρεώσεις. Τα βράδια, προκειμένου να πάει για ύπνο, θα πρέπει απαραιτήτως να έχει πρώτα ολοκληρώσει με τον συγκεκριμένο τρόπο όλες τις τελετουργίες, διαφορετικά δεν μπορεί να ηρεμήσει και καθυστερεί να κοιμηθεί.

Το άτομο αισθάνεται έντονη κούραση, άγχος, πίεση από τις εμμονές και συχνά απομακρύνεται από τους φίλους του, επειδή φοβάται μήπως αντιληφθούν κάτι, αλλά και από δραστηριότητες που έκανε. Ανησυχεί μήπως δεν είναι φυσιολογικός ή φοβάται μήπως είναι «τρελός», επειδή οι σκέψεις του είναι διαφορετικές από κείνες των υπολοίπων ανθρώπων και επηρεάζεται σημαντικά η αυτοεκτίμησή του. Κάποιες φορές γίνεται ευερέθιστος και απότομος, κυρίως αν κάποιος προσπαθήσει να τον εμποδίσει στις τελετουργίες του.

Τα άτομα με ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή μπορεί να έχουν προβλήματα στην κοινωνική τους ζωή, καθώς συχνά οι γύρω τους δεν μπορούν να κατανοήσουν τη συμπεριφορά τους, με αποτέλεσμα να νευριάζουν ή να φοβούνται και, τελικά, να απομακρύνονται.

Μάθετε ότι…

Το 94% των ανθρώπων (!) κάνουν ψυχαναγκαστικές σκέψεις κατά καιρούς, σύμφωνα με έρευνα που έγινε από το Καναδικό Πανεπιστήμιο Κονκόρντια και δεκαπέντε ακόμα πανεπιστήμια απ’ όλον τον κόσμο, το 2014. Αυτό, ωστόσο, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει πως όλοι αυτοί οι άνθρωποι έχουν ή θα εμφανίσουν τη διαταραχή. Η έρευνα όμως δείχνει πως τελικά δεν είναι ίσως και τόσο δύσκολο να φανταστούμε πώς είναι η ζωή ενός ανθρώπου με ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή.

Πώς αντιμετωπίζεται

H ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή μπορεί να αντιμετωπιστεί πολύ ικανοποιητικά με συνδυασμό φαρμακευτικής αγωγής και γνωσιακής συμπεριφορικής θεραπείας. Γι’ αυτό η αναζήτηση βοήθειας από ψυχολόγο ή/και ψυχίατρο είναι απαραίτητη.

Ενδεχομένως να αποφασιστεί πρώτα η ψυχολογική βοήθεια και στη συνέχεια, εφόσον κριθεί απαραίτητο, να συστηθεί και φαρμακευτική αγωγή. Η γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία βοηθά το άτομο να καταλάβει πώς συμπεριφέρεται και αντιδρά σε καταστάσεις που του προκαλούν άγχος, με στόχο να περιορίσει τις ιδεοληψίες και τις τελετουργίες του.

Η διάρκεια της θεραπείας εξαρτάται από τον τύπο και τη σοβαρότητα της διαταραχής. Πολύ σημαντικό ρόλο παίζει η υποστήριξη από το περιβάλλον του ατόμου, ενώ και η ύπαρξη μιας σταθερής, ισορροπημένης ρουτίνας μπορεί επίσης να είναι πολύ βοηθητική. Τα συμπτώματα ξεκινάνε να υποχωρούν συνήθως μέσα σε τρεις με έξι μήνες από την έναρξη της θεραπείας.