FinalHeader1200 300

Η τραγωδία στην Αρκαδία

Η τραγωδία στην Αρκαδία

«Θείε, μη με πετάξεις, άσε με να πάω σπίτι»

Η τελευταία κραυγή αγωνίας της 11χρονης Ρένι

Εφημερίδα : ΤΑ ΝΕΑ
ΑΠΟΣΤΟΛΗ: ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΒΟΥΤΣΙΝΑ  
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Σάββατο 28 Αυγούστου 2010


Βίοι παράλληλοι. Οι δύο οικογένειες μεταναστών, του θύματος και του καθ΄ ομολογίαν δράστη, έφτασαν στο Ελαιοχώρι Αρκαδίας αναζητώντας οικονομική σταθερότητα. Οι άνδρες καταπιάστηκαν με αγροτικές και οικοδομικές εργασίες. Οι γυναίκες βρήκαν εύκολα δουλειά σε σπίτια ηλικιωμένων κατοίκων βοηθώντας στο μαγείρεμα και το καθάρισμα. Και οι δύο οικογένειες είχαν ενταχθεί στην καθημερινότητα του χωριού. Μία εβδομάδα μετά τον βιασμό και τη δολοφονία της 11χρονης Ρένι οι ισορροπίες στη μικρή κοινωνία έχουν ανατραπεί.

Oι οικογένειες στο χωριό, όπως παραδέχονται, έχουν τρομοκρατηθεί από το γεγονός. Η πλατεία που τα καλοκαίρια ήταν γεμάτη ζωή μέχρι τα ξημερώματα, ερημώνει νωρίς τις τελευταίες ημέρες.

«Η διαδρομή από το Ελαιοχώρι μέχρι το πηγάδι, όπου βρέθηκε το πτώμα, είναι περίπου 7 χιλιόμετρα. Εντεκα λεπτά με αγροτικό αυτοκίνητο» αλλά δύσβατος, λέει ο κ. Θεόδωρος Κατσίδης, συνταξιούχος. Πέντε κάτοικοι επιστρέφουν στο χωριό από τον τόπο της δολοφονίας, όπου ο ιερέας έψαλε τρισάγιο στη μνήμη του παιδιού, στο σημείο όπου έζησε τον τρόμο και παρακαλούσε τον δράστη: «Θείε, μη με πετάξεις, άσε με να πάω στο σπίτι».

«Ακόμα αναρωτιέμαι πώς ο δράστης διήνυσε δύο φορές αυτή τη διαδρομή και μάλιστα νύχτα. Είχε μόνο ένα οικογενειακό Νισάν», λέει ο κ. Κατσίδης. Το μονοπάτι είναι δύσβατο και κακοτράχαλο, πότε ανηφορικό, πότε πολύ κατηφορικό. Στις στροφές, το αγροτικό αυτοκίνητο ξέφευγε συχνά από την πορεία του και επανερχόταν λίγα δευτερόλεπτα αργότερα πάνω στις πέτρες και τα χαλίκια. Κλαδιά από τις πυκνοφυτεμένες ελιές χτυπούσαν στο μπροστινό τζάμι και η σκόνη έμπαινε από τα παράθυρα. «Γνώριζε το πηγάδι». Ο κ. Κατσίδης τραβάει τη λαμαρίνα που καλύπτει πρόχειρα το πηγάδι, από το οποίο η Αστυνομία ανέσυρε το πτώμα της Ρένι τα ξημερώματα της Δευτέρας. Ρίχνει μια πέτρα για να δείξει το βάθος του νερού. «Υπάρχουν 5- 6 πηγάδια στην περιοχή, αλλά αυτό εδώ ο δράστης το γνώριζε πολύ καλά γιατί εδώ έβοσκε πρόβατα το 1999 και το 2000», λέει.

Η δολοφονία της Ρένι είναι το θέμα συζήτησης των κατοίκων παντού στο χωριό. Στο καφενείο, στα σπίτια, στον δρόμο, στα κινητά τους τηλέφωνα. Η οικογένεια της μικρής εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Ελαιοχώρι τον Οκτώβριο του 2009 από την επαρχιακή πόλη Ιχτιμάν της Νοτιοδυτικής Βουλγαρίας48 χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα Σόφια- όπου ζούσε έως τότε.

«ΤΑ ΝΕΑ» συναντούν τους γονείς της στο σπίτι τους. Μια ομπρέλα για τη θάλασσα, ένα τραπέζι και μερικές πλαστικές καρέκλες είναι τα μόνα έπιπλα της αυλής τους. Μέσα στο σπίτι, στρώματα αντί για κρεβάτια και σκόρπια αντικείμενα παντού. «Ελα να δεις πού μέναμε στη Βουλγαρία. Αυτό είναι πολύ καλύτερο από την παράγκα που είχαμε», λέει η μητέρα Τσάνκα Αγγέλοβα Τράικοβα. Τρία μαύρα σκυλιά μπερδεύονται στα πόδια τους. «Ενα από αυτά, η Μπένι, ήταν της Ρένι», λέει δείχνοντάς το. «Αγαπούσε πολύ τα ζώα. Την είχε ονομάσει Μπένι- ακούγεται σαν το όνομά της, Ρένι- και το σκυλί την ακολουθούσε όταν έκανε βόλτες στο χωριό», συμπληρώνει. Ο 13χρονος γιος, Ντάνι, σηκώνεται και αποσύρεται από την κουβέντα. «Δεν μπορεί το παιδί. Είναι από την Κυριακή έτσι. Σαν να περιμένει από κάπου να έρθει η αδελφή του», λέει η μητέρα.

Η οικογένεια δεν είχε σταθερό εισόδημα στη Βουλγαρία, λέει η θεία του κοριτσιού Αννι Αγγέλοβα, αδελφή του πατέρα της Ρένι, του 47χρονου Ζίβκο Γεόργιεφ Αγγέλοφ. Στη Βουλγαρία η μητέρα εργαζό ταν σε εργοστάσιο υφασμάτων και ο σύζυγός της σε οικοδομές. «Η εργασία ήταν περιστασιακή και το μηνιαίο εισόδημα ελάχιστο», θυμάται η Τσάνκα Αγγέλοβα Τράικοβα.

Πρόσχαροι άνθρωποι και με διάθεση να παραμείνουν στο Ελαιοχώρι, λέει για την οικογένεια Αγγέλοφ η γειτόνισσά τους Γεωργία Καπράνου. «Τα καλοκαιρινά βράδια όλη η γειτονιά, μαζί και εκείνοι, τρώμε καρπούζι έξω από το παντοπωλείο και συζητάμε. Εντάχθηκαν αρκετά σύντομα στη μικρή κοινωνία», λέει. «Η μικρή φαινόταν να μη φοβάται τίποτα. Δεν ήξερε πάρα πολύ καλά ελληνικά, αλλά μιλούσε σε όλους», λέει ο κ. Μέγγος, πρόεδρος του Τοπικού Συμβουλίου Ελαιοχωρίου. «Αγαπάμε αυτό το χωριό. Ολοι είναι σαν συγγενείς μας εδώ. Μας έχουν βοηθήσει πολύ», μας είπε η κ. Τράικοβα.

Στο σπίτι του δράστη.

Η οικογένεια του καθ΄ ομολογίαν δράστη, εξαφανισμένη. Στο σπίτι τα πατζούρια είναι ακόμη ανοιχτά. Οπως είπε ο κ. Κατσίδης, η γυναίκα του και ο 17χρονος γιος του έφυγαν για την Αθήνα αμέσως μετά την ομολογία του δράστη στην Αστυνομία. «Η οικογένεια έφτασε στο χωριό το 1996. Ο Γιάννης άρχισε να εργάζεται τσοπάνης στο χωριό. Το 2005 είχε ένα τροχαίο ατύχημα, τράκαρε μεθυσμένος και τραυματίστηκε σοβαρά στο κεφάλι. Από τότε δεν ήπιε ξανά τόσο πολύ. Τα τελευταία χρόνια εργαζόταν αποκλειστικά σε οικοδομές, είχε νοικιάσει κάποια κτήματα τα οποία καλλιεργούσε και αγόρασε το σπίτι στο οποίο η οικογένειά του έμενε μέχρι την Κυριακή», λέει ο κ. Κατσίδης και αναφέρει ότι ακόμα αποπλήρωνε το στεγαστικό δάνειο. «Η Λέλα, η γυναίκα του, εργαζόταν κυρίως σε σπίτια, μαγειρεύοντας και φροντίζοντας το νοικοκυριό. Εργάστηκε και σε εμάς για έξι μήνες», λέει ο Χρήστος Διαμαντάκος.

«Τα καλοκαίρια η οικογένεια πήγαινε για διακοπές στην Αλβανία. Ζούσαν μια φυσιολογική ζωή», λέει ο κ. Μέγγος. Οπως λένε και άλλοι κάτοικοι, ο δράστης περνούσε ώρες στα καφενεία της πλατείας, συζητώντας ήρεμα με τους συγχωριανούς του και τίποτα δεν φαινόταν να προμηνύει αυτό που συνέβη.

«Ο Παναγιώτης (ο γιος του δράστη) είχε ενταχθεί πλήρως στην κοινωνία», λέει ο κ. Τάσος Κωνσταντούρος, συνταξιούχος δάσκαλος. Μιλούσε πολύ καλά τα ελληνικά και είχε δημιουργήσει φιλίες με τους συνομηλίκους του στο χωριό. Το σοκ της αποκάλυψης του εγκλήματος προκάλεσε τραύματα στο παιδί. Κάποιοι το είδαν να ξεσπά σε κλάματα όταν ο πατέρας του ομολόγησε, λένε στο χωριό.

Η ειδικός. «Τα εγκλήματα με θύματα παιδιά προκαλούν αποτροπιασμό σε κάθε κοινωνική ομάδα, μεγάλη ή μικρή. Σε μια κλειστή κοινωνία υπάρχει επιπλέον ιδιαιτερότητα: το γεγονός ότι οι κάτοικοι γνωρίζουν ο ένας τον άλλον και διαμορφώνουν προσωπική άποψη», λέει στα «ΝΕΑ» η ψυχολόγος- παιδοψυχολόγος και συγγραφέας Αλεξάνδρα Καππάτου. «Ο δράστης ήταν αγαπητός στην τοπική κοινωνία, όπου ζούσε χρόνια. Κανείς δεν φανταζόταν τι θα έκανε. Αυτό ακούμε σε κάθε περίπτωση, ο παιδόφιλος είναι ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας, άνθρωπος με οικογένεια, με 17χρονο γιο, δηλαδή υπεράνω υποψίας».

Η κ. Καππάτου, λέει πως «αυτή η περίπτωση με θύμα ένα 11χρονο αθώο παιδί προκαλεί θλίψη, θυμό και πολλά γιατί. Εκτός από το αδικοχαμένο κορίτσι, όμως, θύματα είναι και το παιδί και η σύζυγος του δράστη που δεν ευθύνονται σε κάτι. Είχαν στρώσει τη ζωή τους εκεί. Ποια εξήγηση θα δώσει ο δράστης στον 17χρονο γιο του, γιατί ενήργησε έτσι; Τι θα κάνει αυτό το παιδί; Ποιος θα μπορέσει να του πει γιατί άλλαξε έτσι η ζωή του σε μερικές ώρες και από ανέμελος έφηβος κινδυνεύει να μετατραπεί σε αποδιοπομπαίο μέλος μιας κοινωνίας, να είναι δαχτυλοδεικτούμενος και να κουβαλάει το στίγμα των πράξεων του πατέρα του;».


Ο δράστης ήρθε στο σπίτι να μας καθησυχάσει...

«Το Σάββατο κατά τις 7.30 μ.μ. ο Γιάννης μάς επισκέφθηκε στο σπίτι. Αναζήτησε τον σύζυγό μου, ο οποίος ακόμα απουσίαζε», λέει η μητέρα της Ρένι, Τσάνκα Αγγέλοβα-Τράικοβα. «Προσφέρθηκε να μας κεράσει μπίρα και πορτοκαλάδα για τα παιδιά». Λίγο αργότερα, λέει, η ίδια επέστρεψε στο σπίτι της ηλικιωμένης γειτόνισσας για την οποία εργαζόταν και πέρασε εκεί το βράδυ. Στις 2.30 τα ξημερώματα της Κυριακής, ο σύζυγός της, έχοντας συνειδητοποιήσει ότι η κόρη τους δεν επέστρεψε στο σπίτι, πήγε έντρομος να την ξυπνήσει. Οπως λέει, μαζί πήγαν στο καφενείο της συμπατριώτισσάς τους, Βάνιας, στην πλατεία του χωριού, απ΄ όπου και ειδοποίησαν την Αστυνομία. «Εβγαλα τη φωτογραφία που είχα στο πορτοφόλι μου και την έδωσα στους αστυνομικούς. Αυτό ήταν το παιδί μου, αυτό ήταν», λέει η κ. Τράικοβα δακρύζοντας. Τον δράστη τον ξαναείδε η οικογένεια το πρωί της Κυριακής όταν πήγε... για να τους καθησυχάσει ότι θα βρεθεί η κόρη τους. Οπως λέει, δεν διέκρινε τίποτα διαφορετικό στο πρόσωπό του. Είκοσι τέσσερις ώρες αργότερα, στις 9.30 το πρωί της Δευτέρας, ένα περιπολικό της Αστυνομίας έφτασε έξω από το σπίτι της οικογένειας. «Καθόμασταν εδώ, στην αυλή, όταν μας ζήτησαν να τους ακολουθήσουμε στο νοσοκομείο Τρίπολης», λέει στα «ΝΕΑ» η θεία, Αννι Αγγέλοβα. «Οταν φτάσαμε, μας οδήγησαν σε ένα δωμάτιο και αρχικά μας είπαν ότι βρέθηκε το παιδί. Νομίσαμε ότι το παιδί ζει. Υστερα μας ζήτησαν να φανούμε δυνατοί και τότε καταλάβαμε τι συμβαίνει».

 

Tags:

Εγγραφειτε στο Newsletter μας

Μπορείτε να κάνετε εγγραφή στο Newsletter της Α.Καππάτου και να λαμβάνετε μηνιαία ενημέρωση για θέματα που σας απασχολούν.

Η Α.Καππατου στα social media

strogili photo kappatou

Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.
Περισσότερα Αποδοχή